Η ΝΔ ανάμεσα στη «χαλαρή ψήφο» και τον Σαμαρά – Όταν η διεύρυνση αρχίζει να έχει κόστος – Ο Μητσοτάκης δεν έχει απέναντί του μόνο Τσίπρα και Ανδρουλάκη

Newsroom
5 Min Read

Η ΝΔ ανάμεσα στη «χαλαρή ψήφο» και τον Σαμαρά – Όταν η διεύρυνση αρχίζει να έχει κόστος – Ο Μητσοτάκης δεν έχει απέναντί του μόνο Τσίπρα και Ανδρουλάκη

Το μεγαλύτερο πρόβλημα της Νέας Δημοκρατίας στις επόμενες εκλογές μπορεί τελικά να μην είναι μόνο η αντιπολίτευση. Μπορεί να είναι ο ίδιος ο ψηφοφόρος της. Ο ψηφοφόρος που εξακολουθεί να προτιμά τον Κυριάκο Μητσοτάκη απέναντι στους αντιπάλους του, αλλά έχει κουραστεί. Που μπορεί να θέλει τη ΝΔ κυβέρνηση, αλλά όχι κατ’ ανάγκη να της δώσει λευκή επιταγή στην πρώτη κάλπη. Και κυρίως εκείνος που, εάν πειστεί ότι θα ακολουθήσουν δεύτερες εκλογές, μπορεί να θεωρήσει την πρώτη κάλπη μια σχεδόν δωρεάν ευκαιρία για να στείλει μήνυμα. Εδώ βρίσκεται η παγίδα της λεγόμενης «χαλαρής ψήφου».

Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις εξακολουθούν να καταγράφουν τη ΝΔ καθαρά πρώτη, αλλά σε επίπεδα περίπου 29%-31%, αισθητά χαμηλότερα από εκείνα που θα έλυναν εύκολα την εξίσωση της αυτοδυναμίας. Η κυβερνητική στρατηγική, επομένως, δεν χρειάζεται απλώς να πείσει περισσότερους ψηφοφόρους. Πρέπει πρώτα να εμποδίσει τους δικούς της να θεωρήσουν την πρώτη Κυριακή «πρόβα».

Η οκταετία αρχίζει να βαραίνει

Το πρόβλημα έγινε ακόμη πιο εμφανές μετά την παρέμβαση της Ντόρας Μπακογιάννη. Η πρώην υπουργός μίλησε για υπουργούς που «έχουν κουράσει», για φαινόμενα αλαζονείας και κάλεσε κυβερνητικά στελέχη να «ξεκαβαλικέψουν».

Δεν είναι μια συνηθισμένη αντιπολιτευτική επίθεση. Είναι μια προειδοποίηση από το εσωτερικό της ίδιας της παράταξης για το αναπόφευκτο κόστος μιας μακράς παραμονής στην εξουσία.

Μετά από σχεδόν δύο κυβερνητικές θητείες, το σύνθημα «ψηφίστε μας γιατί είμαστε οι καινούργιοι» προφανώς δεν υπάρχει πια. Η ΝΔ θα ζητήσει τρίτη θητεία ως το κόμμα της σταθερότητας και της συνέχειας. Όμως ακριβώς εκεί βρίσκεται και η αντίφαση: αυτό που παρουσιάζεται ως πλεονέκτημα εμπειρίας μπορεί σε ένα τμήμα της κοινωνίας να διαβάζεται ως κόπωση.

Η διεύρυνση έχει δύο κατευθύνσεις αλλά και δύο λογαριασμούς

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχτισε μεγάλο μέρος της πολιτικής κυριαρχίας της ΝΔ πάνω στη διεύρυνση προς το Κέντρο. Προσέλκυσε ψηφοφόρους του εκσυγχρονιστικού χώρου, χρησιμοποίησε εξωκοινοβουλευτικά και πασοκογενή στελέχη και επιχείρησε να μετατρέψει τη ΝΔ από παραδοσιακό κόμμα της Κεντροδεξιάς σε έναν πολύ ευρύτερο κυβερνητικό συνασπισμό.

Αυτή η στρατηγική απέδωσε εκλογικά. Δημιουργεί όμως και το αντίστροφο ερώτημα, πόσο μακριά μπορεί να κινηθεί ένα κόμμα προς το Κέντρο χωρίς να δημιουργήσει κενό στα δεξιά του; Και εδώ μπαίνει στην εξίσωση ο Αντώνης Σαμαράς.

Ο Σαμαράς αλλάζει το κόστος της διαμαρτυρίας

Οι μετρήσεις για ένα ενδεχόμενο κόμμα Σαμαρά δεν αποτελούν πρόθεση ψήφου και πρέπει να διαβάζονται με προσοχή. Πρόκειται για ερωτήματα δυνητικής ψήφου. Ακόμη κι έτσι, όμως, οι τελευταίες δημοσκοπήσεις καταγράφουν ποσοστά από 9,5% έως 16,8% πολιτών που δηλώνουν ότι «σίγουρα» ή «μάλλον» θα εξέταζαν μια τέτοια επιλογή.

Αυτό δεν σημαίνει ότι ένα κόμμα Σαμαρά θα λάμβανε αυτά τα ποσοστά στην κάλπη. Σημαίνει όμως ότι υπάρχει μια δεξαμενή στην οποία η δυσαρέσκεια δεξιότερων ψηφοφόρων της ΝΔ θα μπορούσε να αποκτήσει συγκεκριμένη πολιτική διέξοδο. Μέχρι σήμερα ένας δυσαρεστημένος νεοδημοκράτης είχε τρεις βασικές επιλογές, να μείνει σπίτι, να ψηφίσει ένα μικρότερο κόμμα διαμαρτυρίας ή τελικά να επιστρέψει στη ΝΔ μπροστά στο δίλημμα της διακυβέρνησης.

Η ενδεχόμενη κάθοδος Σαμαρά προσθέτει μία τέταρτη επιλογή και ίσως την πολιτικά πιο δύσκολη για το Μαξίμου, να τιμωρήσει τη ΝΔ χωρίς να αισθάνεται ότι εγκαταλείπει τον ευρύτερο χώρο της παραδοσιακής Δεξιάς.

Το παράδοξο του Μητσοτάκη

Κάπως έτσι η στρατηγική που έκανε τη ΝΔ κυρίαρχη μπορεί να γίνει πιο σύνθετη στην τρίτη εκλογική αναμέτρηση. Αν κινηθεί ακόμη περισσότερο προς το Κέντρο για να αναχαιτίσει ΠΑΣΟΚ και Τσίπρα, κινδυνεύει να αφήσει περισσότερο χώρο στον Σαμαρά και σε κόμματα δεξιότερα της ΝΔ.

Αν επιχειρήσει αντίθετα μια σαφέστερη δεξιά στροφή για να κλείσει αυτή τη διαρροή, μπορεί να δυσκολέψει την προσέγγιση κεντρώων ψηφοφόρων που αποτέλεσαν κρίσιμο τμήμα της εκλογικής της διεύρυνσης. Και πάνω από όλα υπάρχει η «χαλαρή ψήφος».

Γιατί η πρώτη κάλπη μπορεί να γίνει ο τόπος όπου θα συναντηθούν όλες οι διαφορετικές δυσαρέσκειες, εκείνος που θέλει αλλαγή υπουργών, εκείνος που θεωρεί ότι η κυβέρνηση απομακρύνθηκε από τις παραδοσιακές θέσεις της ΝΔ, εκείνος που δεν θέλει να φύγει ο Μητσοτάκης αλλά θέλει να του στείλει μήνυμα και εκείνος που βλέπει στον Σαμαρά μια εναλλακτική στα δεξιά.

Αυτό είναι ίσως το δυσκολότερο παράδοξο για το κυβερνών κόμμα, να χρειάζεται στην πρώτη κάλπη όχι απλώς να κερδίσει τους αντιπάλους του, αλλά να πείσει τους δικούς του ψηφοφόρους ότι δεν υπάρχει «δωρεάν ψήφος διαμαρτυρίας».

Και εκεί μπορεί να κριθεί πολύ περισσότερο από μία εκλογική επίδοση. Μπορεί να κριθεί αν η μεγάλη διεύρυνση που έχτισε τη σημερινή ΝΔ εξακολουθεί να λειτουργεί ως εκλογικός πολλαπλασιαστής ή αρχίζει πλέον να τραβά το κόμμα προς δύο διαφορετικές κατευθύνσεις.

Share This Article